9817/1990 ΕΦ ΑΘ ( 20684)

 

Περίληψη:

Δ/ΝΗ/1991 (1665), ΕΔΙΚΠΟΛΥΚ/1991 (181)

Σύσταση Οριζοντίου ιδιοκτησίας. Σύσταση και σε μέλλουσα οικοδομή.

Προϋποθέσεις. Σύσταση με ιδιόγραφη διαθήκη.

Διαφορά σχετικά με τους κοινόχρηστους χώρους.

Ερμηνεία της βούλησης του διαθέτη.

 

Απόφαση:

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 9817/1990

 

Πρόεδρος: Νικόλαος Λιμπέσης.

Εισηγητής: Κων/νος ΠΑΤΡΩΝΑΣ, Εφέτης.

Δικηγόρος: Βασιλική Τσόνογλου.

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 του ΑΚ, 13 και 14 του ν. 3741/1929 «περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους» συνάγεται ότι χωριστή κυριάτης ορόφου ή διαμερίσματος αυτού συνιστάται το πρώτον μόνον δια ρητής συμφωνίας του κυρίου του όλου ακινήτου ή όλων των συγκυρίων τούτου, γιγνομένης δια συμβολαιογραφικού εγγράφου που υπόκειται σε μεταγραφή, ή δια διατάξεως τελευταίας βουλήσεως (βλ. Γ. Μπαλή: ΕμπρΔικ, έκδ. Β` παρ 121 σελ. 278 επ., Α. Τούσπ ΕμπρΔ, έκδ. Γ, παρ 144 σελ. 539 επ., ΑΠ 1/1984 ΝΟΒ 33.225) Η οριζόντια ιδιοκτησία είναι ιδιαίτερη μορφή κυριότητος επί ακινήτου, αποτελουμένη από την αποκλειστική κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος αυτού και την αναγκαστική συγκυριότητα στο οικόπεδο και τα άλλα κοινά μέρη του όλου ακινήτου, όπως τα θεμέλια οι πρωτότοιχοι η στέγη, οι αυλές και άλλα (βλ. Μιχ. Καλλιμόπουλο στην ΕρμΑΚ άρθ. 1002 και 1117 αριθ. 96 επ., ΟλΑΠ 380/1977 ΝΟΒ 25.1357). `Εχει γίνει δεκτό από την επιστήμη και την νομολογία ότι είναι δυνατή η σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας όχι μόνον σε αποπερατωμένη οικοδομή, αλλά και σε μέλλουσα να ανεγερθεί (βλ. Μιχ. Καλλιμόπουλο στην ΕρμΑΚ αρθ. 1002 αριθ. 9, ΑΠ 398/1974 ΝΟΒ 22.1981), αρκεί στην πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, στη μέλλουσα οικοδομή, τα διαμερίσματά της να περιγράφονται επαρκώς κατά θέση, έκταση, όρια και να υπάρχει σχεδιάγραμμα διαιρέσεως αυτής σε ορόφους ή διαμερίσματα (βλ. Μιχ. Καλλιμόπουλο στην ΕρμΑΚ άρθρ. 1002 αριθ. 49, 5Ο, ΕφΑΘ 5592/1987 ΝΟΒ 1988, σελ. 923, ΕφΑθ 1582/1984 ΝΟΒ 32.1378). Αλλά και αν λείπει κάποιο από τα πιο πάνω στοιχεία δεν είναι άκυρη η σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας αν από τα στοιχεία που αναγράφονται προκύπτει χωρίς αμφιβολία η ατομικότης αυτής (Μιχ. Καλλιμοπούλου στην ΕρμΑΚ 1002 αριθ. 49, Α. Παπαναγιώτου ΝΟΒ 1Β.750 σημ. 4). Εξάλλου προκειμένου περί ερμηνείας ασαφούς διατάξεως τελευταίας βουλήσεως κατά την διάταξη του άρθ. 173 του ΑΚ αναζητείται η αληθινή βούληση του διαθέτου άπως προσδιορίζεται με την υποκειμενική του άποψη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια με την οποία αντιλαμβάνονται τη δήλωση τρίτου (ΑΠ 1014/1980 ΝοΒ 29.335, ΑΠ 1591/1979 ΝΟΒ 28.1119, ΑΠ 182/76 ΝΟΒ 24.711).

Στην προκειμένη υπόθεση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στο πρακτικό αυτού που έχει ίδιον αριθμό με την εκκαλουμένη απόφαση, από όλα τα έγγραφα που προσάγονται με επίκληση και από τους δύο διάδικους είτε πληρούν ειτε δεν πληρούν τους όρους του νόμου ως αποδεικτικών μέσων, και από τις ομολογίες τούτων που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του παρόντος δικαστηρίου αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα ακόλουθα κρίσιμα για την υπόθεση πραγματικά περιστατικά: Η Α. χήρα Α.Σ., που απεβιώσε την 16.12.1972, με την από 8.4.1971 ιδιόγραφη διαθήκη της η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως με το υπ` αριθ. 261/7.2.1974 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία δια της υπ` αριθ. 116/1974 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, κατέλιπε στην μεν ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα δύο δωμάτια και κουζίνα κείμενα στον ισόγειο όροφο οικοδομής της, που βρίσκεται στην οδό Κεραμεικού αριθ: 82 στην εναγομένη και ή6η εφεσίβλητο ένα δωμάτιο και μέρος του χώλλ δύο (2) τετραγωνικών μέτρων του ισογείου της ίδιας οικοδομής της για να κατασκευάσει μια κουζίνα. Οι διάδικες αποδέχθηκαν την πιο πάνω κληρονομιά με τις υπ αριθ. 4590/22.7.1975 και 7660/30.8.1975 πράξεις του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ.Β., οι οποίες μεταγράφηκαν νομίμως. Με την ιδιόγραφπ αυτή διαθήκη η κληρονομουμένη συνέστησε οριζόντιο ιδιοκτησία στην οικοδομή τπς που βρίσκεται επί της οδού Κεραμεικού αριθ. 82 με αποκλειστική κυριότητα κάθε μιας από τις διαδίκους στα πιο πάνω μέρη του ισογείου ορόφου. Στον ισόγειο ορόφο εκτός από τα ηεριγραφόμενα στην ιδιόγραφη διαθήκη τρια δωμάτια κουζίνα και δύο τετραγωνικά μέτρα του 6ιαδρόμου (χώλλ), τα οποία αφέθηκαν κατ` αποκλειστική κυριότητα στις διαδίκους, υπάρχει υπόλοιπο τμήμα διαδρόμου (χώλλ) και αποχωρητήριο, τα οποία δεν καταλείπονται σε καμιά από τις διαδίκους κατ` αποκλειστική κυριότητα ούτε σε άλλον κληρονομούμενο. Από το όλο περιεχόμενο της ιδιόγραφης διαθήκης, ερμηνευομένης ως ασαφούς, συνάγεται ότι κατά την πραγματική θέληση της διαθέτιδος, στον ισόγειο όροφο της οικοδομής της που βρίσκεται στην οδό Κεραμεικού αριθ. 82, συνιστάται οριζόντιος ιδιοκτησία κατά την οποίαν περιέρχονται κατ` αποκλειστική κυριότητα στην μεν ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα δύο (2) δωμάτια και η κουζίνα στην δε εναγομένη και ήδη εφεσίβλητο ένα δωμάτιο και δύο (2) τετραγωνικά μέτρα από το διάδρομο (χώλλ), ενώ ο υπόλοιπος διάδρομος και το αποχωρητήριο που βρίσκονται στον ισόγειο άροφο της ίδιας οικοδομής ανήκουν στην συγκυριότητα και των δύο διαδίκων κατ` ανάλογη μερίδα και είναι κοινοχρήστα τούτων. Στην κρίση του αυτή άγεται στο δικαστήριο από το περιεχόμενο της ιδιογράφου διαθήκης και από την φύση των χώρων τούτων που είναι βοηθητικοί και απαραίτητοι λόγω του προορισμού των για την εξυηηρέτηση και των δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών των διαδίκων. Και η ίδια η ενάγουσα με το δικόγραφο της αγωγής της ομολογεί άτι είναι κοινόχρηστος ο χώρος του αποχωρητηρίου και ο υπόλοιπος χώρος του διαδρόμου (χώλλ), εκτός των δύο τετραγωνικών μέτρων που αφήνονται στην εφεσίβλητο-εναγομένη για να κατασκευάσει κουζίνα. Τα ανωτέρω δεν ανατρέπονται από το γεγονός ότι η διαθέτιδα με την πιο πάνω ιδιόγραφη διαθήκη της κατέλιπε στην κοινή χρήση όλων των κληρονόμων της το πλυντήριο και το αποχωρητήριο που βρίσκεται μέσα σ` αυτό, τα οποία κείνται στην αυλή. Περαιτέρω αποδείχθηκε από τα ίδια αποδεικτικά μέσα άτι η εφεσίβλητος-εναγομένη χρησιμοποιεί τα κοινόχρηστα μέρη ήτοι τον υπόλοιπο διάδρομο του ισογείου και το αποχωρητήριο χωρίς να παρεμποδίζει την χρήση τούτων από την εκκαλούσα-ενάγουσα ή να βλάπτει τα δικαιώματά της. Αντιθέτως δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητος-εναγομένη χρησιμοποιεί και την κουζίνα της αποκλειστική κυριότητος της εκκαλούσης-εναγούσας, ούτε ότι τοποθετεί στον κοινόχρηστο διάδρομο διάφορα αντικείμενα με συνέπεια να παρακωλύεται η χρήση τούτου από την εκκαλούσα-ενάγουσα για να διέρχεται. `Ετσι κρίνοντας και η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτοντας την αγωγή ως αβάσιμη ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις που προσήχθησαν και από τα δύο διάδικα μέρη και ίδιαι ορθώς ερμήνευσε την βούληση της Α χήρας ΑΣ., η οποία περιέχεται στην από 8 Απριλίου 1971 ιδιόγραφη διαθήκη της και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 173 του ΑΚ. Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινομένης εφέσεως με τους οποίους πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αορίστως χωρίς να αναφέρονται συγκεκριμένες διατάξεις αυτού, που ερμηνεύθηκαν ή εφαρμόστηκαν εσφαλμένως και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Εφόσον η εκκαλούσα-ενάγουσα ηττήθηκε, κατά την διεξαγωγή της δικης ενώπιον του

Πρωτοβαθμίου δικαστηριου, ορθώς η εκκαλουμένη απόφαση καταδίκασε αυτήν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσιβλήτου-εναγομένης, του πρώτου βαθμού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ.

Επομένως ο τέταρτος λόγος της κρινομένης εφέσεως με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.