Εξωσυμβατική ευθύνη Κράτους – Μέλους από μη εφαρμογή Ευρωπαϊκού Δικαίου

Θεμελιώδες στοιχείο της αρχής της νομιμότητας στη χώρα μας είναι η καθιέρωση της ευθύνης του κράτους προς αποζημίωση για ζημίες που προκαλούν οι δημόσιες αρχές σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Παράλληλα η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και η δράση της διέπεται και εκείνη από την αρχή της νομιμότητας, όπου στο άρθρο 288 της Συνθήκης Ε.Κ. (ΣΕΚ) καθιερώνεται ρητά η υποχρέωση της Κοινότητας για αποκατάσταση των ζημιών που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Είναι αξιοσημείωτο πως τόσο στην εθνική όσο και στην Κοινοτική έννομη τάξη δεν θεμελιώνεται νομοθετικά η υποχρέωση των κρατών-μελών να αποκαθιστούν  τις ζημίες έναντι τρίτων σε περίπτωση  παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου από τα ίδια τα εθνικά όργανα.

Ωστόσο η πορεία της νομολογίας του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) έχει πλέον θεμελιώσει την εξωσυμβατική ευθύνη των κρατών μελών προς αποζημίωση όταν τα εθνικά όργανα προκαλούν ζημιά στους ιδιώτες από τη μη εφαρμογή ευρωπαϊκού δικαίου.

Η θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης των κρατών μελών είναι ιδιαίτερα σημαντική αν αναλογιστεί κανείς τις αναρίθμητες φόρες που καθυστερεί μια Οδηγία να εναρμονιστεί ή όταν κάποια όργανα της διοίκησης επιμένουν να περιφρονούν τις ευρωπαϊκές διατάξεις και νομολογίες που προσφέρουν αρκετά πλεονεκτήματα στους ιδιώτες.

Η σημαντικότερη ίσως απόφαση που άνοιξε τον δρόμο για την ευθύνη των κρατών μελών για μη τήρηση ευρωπαϊκών κανόνων δικαίου είναι οι Συνεκδικασθείσες Υποθέσεις Francovich and Bonifaci (C-6,9/90).

Πραγματικά περιστατικά Francovich και Bonifaci

O Francovich, ο οποίος ήταν εργαζόμενος σε ιταλική εταιρία δεν μπόρεσε να ικανοποιηθεί από την εταιρία του, η οποία του κατέβαλε σποραδικά μέρος των μηνιαίων αποδοχών του και, ελλείψει της υιοθέτησης των εγγυήσεων της οδηγίας από την Ιταλική Δημοκρατία, στράφηκε ενώπιον του τοπικού δικαστηρίου εναντίον του Ιταλικού Κράτους προκειμένου να λάβει από αυτό τις εν λόγω εγγυήσεις ή, επικουρικώς, αποζημίωση.

Κατά τον ίδιο χρόνο, η Bonifaci και τριάντα τρεις άλλοι εργαζόμενοι μιας επιχειρήσεως, η οποία είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, άσκησαν παρόμοια αγωγή ενώπιον της Pretura circondariale di Bassano del Grappa.

Τα εθνικά δικαστήρια που επελήφθησαν των υποθέσεων υπέβαλαν ταυτόσημα σχεδόν  προδικαστικά ερωτήματα ως προς το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων της οδηγίας και το δικαίωμα προς αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν αναφορικά με τις διατάξεις της οδηγίας οι οποίες δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα.

Tο ΔΕΚ αφού αποφάνθηκε ότι η ευθύνη του κράτους προς αποζημίωση απορρέει από το γενικό σύστημα της Συνθήκες και τις θεμελιώδεις αρχές εγκαθίδρυσε ρητώς  την ευθύνη των κρατών-μελών με περιεχόμενο την αποζημίωση απευθείας από το κοινοτικό δίκαιο ορίζοντας παράλληλα και τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την γένεση της ευθύνης αυτής, ως εξής:

α) Το αποτέλεσμα, την επίτευξη του οποίου επιβάλλει η Οδηγία, να συνεπάγεται την παροχή δικαιωμάτων σε ιδιώτες.

β) Το περιεχόμενο των δικαιωμάτων αυτών να μπορεί να προσδιοριστεί βάσει των διατάξεων της Οδηγίας.

γ) Να υπάρχει σχέση αιτιότητας μεταξύ της παράβασης της υποχρέωσης του Κράτους και της ζημίας που έχουν υποστεί οι ιδιώτες.

Το επόμενο βήμα έγινε με την απόφαση Brasserie du pecheur (C-46/93) στην οποία για πρώτη φορά θεμελιώνεται ευθύνη για παράβαση ευρωπαϊκού δικαίου από όργανο της νομοθετικής εξουσίας.

Ιστορικό της Brasserie du pecheur

Η Brasserie du pecheur (γαλλική ζυθοποία με έδρα το Schiltigheim (Αλσατία) αναγκάστηκε να διακόψει τις εξαγωγές προς τη Γερμανία καθώς οι αρμόδιες αρχες έκριναν πως η μπύρα που παρασκεύαζε δεν ανταποκρινόταν προς τις προϋποθέσεις του νόμου περί καθαρότητας.

Η Επιτροπή θεώρησε αυτές οι διατάξεις ήταν αντίθετες με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ (δηλ το 28 ΕΚ) και κίνησε κατά της Γερμανίας διαδικασία αναγνωρίσεως της παραβάσεως.

Το ΔΕΚ έκρινε ότι δεν συμβιβαζόταν προς το άρθρο 30 της Συνθήκης  απαγόρευση εμπορίας του ζύθου που εισαγόταν από άλλα κράτη μέλη και  δεν συμφωνούσε  προς τις επίμαχες διατάξεις της γερμανικής νομοθεσίας.

Η Brasserie du pecheur ενήγαγε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αξιώνοντας την αποκατάσταση της ζημίας που της είχε προξενήσει ο περιορισμός αυτός των εισαγωγών.

Το ΔΕΚ όρισε πιο συγκεκριμένες προϋποθέσεις από την francovich για τη διαπίστωση παράβασης από νομοθετικό πλέον όργανο:

i) Ο παραβιαζόμενος κανόνας κοινοτικού δικαίου τους να απονέμει δικαιώματα,

ii) Η παράβαση να είναι κατάφωρη

iii) Να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής της παραβάσεως και της βλάβης που υπέστησαν οι ιδιώτες

Είναι αξιοσημείωτη η θέσπιση της αντικειμενικής πλέον ευθύνης καθώς ο εθνικός δικαστής δεν δύναται, στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας την οποία εφαρμόζει, να εξαρτά την αποκατάσταση της ζημίας από την ύπαρξη υπαιτιότητας του οργάνου.

Με την Brasserie du pecheur άνοιξε ο δρόμος για την απόφαση σταθμό που άλλαξε το τοπίο στην εξωσυμβατική ευθύνη των κρατών μελών για παραβίαση κοινοτικού δικαίου, την απόφαση kobler (αφού προηγήθηκαν άλλες τρεις σημαντικές αποφάσεις η British Telecom (C- 392/93), η Dillenkofer (C-190/94) και η Lomas (C-5/94)).

Πραγματικά περιστατικά απόφασης kobler (C-224/01)

Ο Gerhard Kobler τακτικός καθηγητής στο πανεπιστήμιο Innsburg της Αυστρίας για 10 χρόνια, ζήτησε τη χορήγηση του ειδικού επιδόματος αρχαιότητας 15ετίας ζητώντας να συνυπολογιστούν για τα ελλείποντα 5 χρόνια η διάρκεια της υπηρεσίας του σε πανεπιστήμια άλλων κρατών μελών.

Η διοίκηση αρνήθηκε το αίτημα του καθηγητή εκτιμώντας πως η 15ετία έπρεπε να συμπληρωθεί αποκλειστικά σε αυστριακά πανεπιστήμια, κατά την αυστριακή νομοθεσία.

Ο Kobler, στην προσφυγή του επί της απόρριψης της αίτησης του,  υποστήριξε ότι η εν λόγω προϋπόθεση συνιστά έμμεση διάκριση και παραβίαση των κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας εργαζομένων.

Το Verwaltungsgerichtshof (Διοικητικό δικαστήριο τελευταίου βαθμού) υπέβαλε σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ. Η γραμματεία του ΔΕΚ ζήτησε από το εν λόγω δικαστήριο αν κρίνει σκόπιμο να εμμείνει στην αίτησή του για έκδοση προδικαστικής απόφασης ενόψει άλλης συναφής απόφασης του ΔΕΚ που είχε εκδοθεί την ίδια περίοδο (Schoning-Κουγεβετοπούλου, C-15/96*)

το Verwaltungsgerichtshof αποφάσισε να ανακαλέσει το αίτημά του για προδικαστική απόφαση και να κρίνει πως το επίδομα αρχαιότητας συνιστά είδος ανταμοιβής για την επίδειξη πίστης η οποία εξ αντικειμένου δικαιολογεί απόκλιση από τις διατάξεις για την ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων.

Το ΔΕΚ έκρινε πως  «θα περιοριζόταν η πλήρης αποτελεσματικότητα αυτών των κανόνων και θα ατονούσε η προστασία των δικαιωμάτων που αυτοί αναγνωρίζουν , αν δεν παρεχόταν στους ιδιώτες η δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να ζητούν αποζημίωση όταν θίγονται τα δικαιώματα τους λόγω παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου καταλογιστέας σε απόφαση δικαστηρίου κράτους μέλους αποφαινόμενου σε τελευταίο βαθμό», όπου δεν υπάρχουν αλλά ένδικα μέσα ώστε να προστατευτούν.

Προϋποθέσεις θεμελίωσης ευθύνης από απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου:

1) Ο παραβιαζόμενος κανόνας να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες

2) Η παράβαση να είναι Κατάφωρη (η έννοια της Κατάφορης είναι πιο αυστηρή από ότι στην Francovich λόγο της ιδιαιτερότητας του δικαστικού λειτουργήματος και της ασφάλεια Δικαίου). Η ευθύνη του Δημοσίου λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου με απόφαση εθνικού δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στην εξαιρετική περίπτωση στην οποία ο δικαστής Προδήλως αγνόησε το εφαρμοστέο δίκαιο.

3) Να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβιάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το κράτος και της ζημιάς που υπέστησαν οι ζημιωθέντες

Σε συνδυασμό με την έλλειψη νομικής βάσης για παραβάσεις κοινοτικού δικαίου από ανώτατα δικαστήρια, η απόφαση Kobler ενισχύει τον χαρακτήρα της «κοινότητας δικαίου» καθώς πλέον ελέγχονται αποτελεσματικά για την τήρηση της συνθήκης, όχι μόνο τα θεσμικά όργανα της κοινότητας, αλλά και τα κράτη μέλη, εμπλουτίζοντας το νομικό οπλοστάσιο των ιδιωτών για την αποτελεσματικότερη προστασία των κοινοτικών τους δικαιωμάτων.