1746/2007 ΕΦ ΑΘ ( 449797)

 Περίληψη:

Αναίρεση απόφασης. Επαναφορά των πραγμάτων στην πριν την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση ως άμεση συνέπεια αυτής. Δικαίωμα προβολής ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής όλων των ισχυρισμών που μπορούσαν να προταθούν στη συζήτηση της επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση. Το δεδικασμένο που παράγεται από την επί της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής απόφαση περιορίζεται στο δικονομικό ζήτημα του κύρους της ισχύος ή όχι της διαταγής πληρωμής σε συνάρτηση όμως με την ιστορική αιτία αυτής της διαγνώσεως που αποτελεί προδικαστικό ζήτημα. Συνιστά λόγο ανωτέρας βίας που να δικαιολογεί την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση η ψευδής ρητή διαβεβαίωση δικηγόρου ότι άσκησε εμπροθέσμως και νομοτύπως δικόγραφο εφέσεως.

 

 Απόφαση:

ΕφΑθ  1746/2007

 

Πρόεδρος: Γ. Χρυσαειδής

Εισηγητής: Α. Παπαθεοδώρου

Δικηγόροι: Ν. Μπαρμπάτσης, Β. Τσόνογλου

 

[…] Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 579 και 581 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής, στο οποίο εισάγεται με κλήση, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Οι διάδικοι επανέρχονται στην προηγουμένη της αναιρεθείσης αποφάσεως κατάσταση, με την έννοια ότι, εφόσον η απόφαση αναιρεθεί εν όλω, αποβάλει κάθε ισχύ, θεωρείται ως εντελώς άκυρη (ΑΠ 948/1976 ΝοΒ 25,361, κατά τον Κ. Μπέη εξομοιώνεται νομικώς με την ανυπόστατη, βλ. Πολιτική Δικονομία, τ. 11, 1977, υπό το άρθρο 579 σελ. 2387), καταργουμένων όλων των εννόμων συνεπειών της, μεταξύ των οποίων το δεδικασμένο (ΑΠ 975/2000 ΕλΔ 42 (2001), 81) και αναβιώνει η εκκρεμοδικία της αιτήσεως δικαστικής προστασίας για την οποίαν είχε εκδοθεί (αναλόγως, της εφέσεως ή της αγωγής, κ.λπ., βλ. Μπέη, όπ.π., σελ. 2386). Οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά την συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε (ΑΠ 852/1987 ΝοΒ 36,1587).

II.            Νομίμως φέρεται προς συζήτηση με την από 7.6.2006 κλήση του ανακόπτοντος η υπό κρίση έφεση αυτού (ήδη εκκαλούντος) κατά της υπ` αριθμ. 233/2002 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών (τακτικής διαδικασίας), διά της οποίας απερρίφθη η από 22.8.2001 ανακοπή του, μετά την έκδοση της υπ` αριθμ.908/2006 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποίαν αναιρέθηκε εν όλω η υπ` αριθμ. 2995/2004 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία απερρίφθη 1) η διά του δικογράφου της εφέσεως αίτηση του ανακόπτοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση την προηγούμενη της παρελεύσεως της τριακονθήμερης προθεσμίας ασκήσεως, εκ μέρους του, εφέσεως κατά της άνω αποφάσεως με την οποίαν απερρίφθη η ανακοπή του κατά επισπευδομένης εκτελεστικής διαδικασίας και 2) η από 1.8.2003 έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της.

III.           Η ασκούμενη με το δικόγραφο της εφέσεως αίτηση επαναφοράς με σκοπό να κριθεί η ένδικη εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη ως  παραδεκτή, είναι νόμιμη (άρθρο 152 επ. ΚΠολΔ) και εξεταζόμενη περαιτέρω πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ` ουσίαν βάσιμη, διότι οι αναφερόμενοι σε αυτήν λόγοι συνιστούν ανωτέρα βία που να δικαιολογεί την τοιαύτη επαναφορά (ΑΠ 908/2006, ως άνω) και ειδικότερα η ρητή διαβεβαίωση του τότε πληρεξουσίου δικηγόρου του ανακόπτοντος ότι είχε ασκήσει εμπροθέσμως έφεση, πράγμα που δεν ήτο αληθές, εκρίθη δε αυτός πειθαρχικώς ελεγκτέος υπό του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ, το οποίο διά της υπ` αριθμ…. αποφάσεως του, του επέβαλε ποινή προσωρινής παύσεως τεσσάρων (4) μηνών, κατά συγχώνευση (βλ. την από 9.11.2006 βεβαίωση της γραμματέως του εν λόγω Πειθαρχικού Συμβουλίου), κατά της οποίας ο τιμωρηθείς δικηγόρος άσκησε έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων. Κατόπιν αυτών η ένδικη έφεση θεωρείται ότι ασκήθηκε (νομότυπα και) εμπρόθεσμα, φέρεται δε παραδεκτώς προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος αρμοδίου Δικαστηρίου (άρθρα 19, 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 518 παρ. 1 ημιπερ. α` ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η εν λόγω έφεση να γίνει τυπικώς δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά την ίδια διαδικασία.

IV. Με την από 22.8.2001 ανακοπή ο εκκαλών ζητούσε να ακυρωθούν: 1) η υπ` αριθμ. 425/2000 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτων του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Θηβών θ.Μ. και 2) η υπ` αριθμ. 547/2001 Β` επαναληπτική περίληψη κατασχετηρίου εκθέσεως ακινήτων του ιδίου δικαστικού επιμελητού. Επ` αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη η οποία απέρριψε ουσία την ανακοπή. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ο ανακόπτων αποδίδοντας τις αιτιάσεις που αναγράφονται στην έφεση και ανάγονται τόσο σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου όσο και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο που την εξέδωσε, αιτούμενος την εξαφάνιση της και την αποδοχή της ανακοπής.

V. Το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής συγκροτείται αποκλειστικά από τους λόγους που αφορούν στο έγκυρο ή μη της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, η κρίση δε για την ύπαρξη της αξιώσεως αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της κυρίας κρίσεως περί του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1343/2004 ΕλΔ 46 (2005),1423). Η τελεσίδικη επί της ανακοπής κατ` αυτής (διαταγής πληρωμής) απόφαση, έστω και απορριπτική, αποτελεί δεδικασμένο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 330 ΚΠολΔ, εφόσον οι λόγοι της ανακοπής στηρίζονται κατ` ουσίαν σε διακωλυτικές ή αποσβεστικές της απαιτήσεως του καθού η ανακοπή ενστάσεις του ανακόπτοντος. Ενόψει λοιπόν του αντικειμένου της επί της ανακοπής δίκης, το οποίο συνίσταται στη διάγνωση του δικαιώματος προς ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής, το δεδικασμένο που παράγεται από την επί της ανακοπής απόφαση περιορίζεται, κυρίως, στο δικονομικό ζήτημα του κύρους και της ισχύος ή όχι, της διαταγής πληρωμής, σε συνάρτηση όμως με την ιστορική αιτία αυτής της διαγνώσεως, που είναι το προδικαστικό ζήτημα (άρθρο 331 ΚΠολΔ) στο οποίο εκτείνεται το δεδικασμένο, η οποία αιτία οριοθετείται από τους προβαλλόμενους λόγους της ανακοπής και το περιεχόμενο της δικαστικής επ` αυτής αποφάσεως (ΑΠ 5/2003 ΕλΔ 44 (2003),963, ΕφΑΘ 7713/2004 ΕλΔ 46 (2005),894, βλ. και Κονδύλη, Το δεδικασμένον κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, 1983, παρ. 6, σελ. 60-61, Τσαντίνη, Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (Δογματική ένταξη και ρύθμιση), 2002, σελ. 67 και 268, για την πρόσκτηση δυνάμεως δεδικασμένου εκ της τελεσιδίκου απορρίψεως κατ` ουσίαν της ασκηθείσης κατ` αυτής ανακοπής.

VI.           Οπως προκύπτει από τον φάκελλο της δικογραφίας, κατά της υπ` αριθμ. 152/1.3.2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, δια της οποίας απερρίφθη κατ` ουσίαν η από 31.7.2000 ανακοπή του εκκαλούντος [Ν.Γ.] κατά της υπ` αριθμ. 87/2000 διαταγής πληρωμής της δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών με βάση την οποίαν επισπεύδεται η περί ής η ένδικη ανακοπή αναγκαστική εκτέλεση, έχει ασκηθεί η από 20.1.2004 (με αρ. καταθέσεως 13/10.2.2004) έφεση. Με την προδιαληφθείσα απόφαση (152/2001) εκρίθη (άρθρο 331 ΚΠολΔ, ως άνω) ότι «ο ανακόπτων υπέγραψε ο ίδιος τις ένδικες επιταγές κατ` απομίμηση της υπογραφής της συζύγου του».

VII.          Ενόψει αυτών, λαμβανομένου υπ` όψιν ότι: α) η εκκαλουμένη απόφαση (233/2002) για την απόρριψη κατ` ουσίαν της από 22.8.2001 ανακοπής και ειδικότερα των 1ου και 2ου λόγων αυτής, δια των οποίων προβάλλεται ότι εκδότης των επιδίκων δύο (2) επιταγών είναι η σύζυγος του ανακόπτοντος, έθεσε ως βάση του συλλογισμού της ότι η προδιαληφθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών (υπ` αριθμ. 152/2001) είναι τελεσίδικη, παράγουσα (ουσιαστικό, βλ. Τσανανη, ό.π. σελ. 68, υποσημ. 179) δεδικασμένο, β) κατά της εν λόγω αποφάσεως (152/2001) ασκήθηκε έφεση, πρέπει, κατ` εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 249 εδ. α` ΚΠολΔ, να διαταχθεί η αναβολή της συζητήσεως της κρινομένης από 1.8.2003 εφέσεως (κατά νομικήν ακριβολογία: η αναστολή της δίκης, βλ. Μπέη, όπ.π., τ. 11α`, 1974, υπό το άρθρο 249, σελ. 1090), εωσότου περατωθεί τελεσιδίκως η επί της από 31.7.2000 ανακοπής του εκκαλούντος [Ν.Γ.] δίκη. […]

Δέχεται την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. […]