Βελτιώσεις της Ποινικής Νομοθεσίας για ανήλικους δράστες

Οι εξελίξεις στην Ελλάδα αλλά και στη διεθνή κοινότητα μετά το 1950, όταν και τέθηκαν σε ισχύ ο Ποινικός Κώδικας και ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, αποτέλεσαν σημείο αναφοράς αλλά ταυτόχρονα και σημείο εκκίνησης για την αναμόρφωση του Δικαίου των Ανηλίκων. Στις εξελίξεις αυτές συμπεριλαμβάνονται οι ιδιαίτερα σημαντικές προβλέψεις του Ελληνικού Συντάγματος (αρθ. 21, παρ. 1 και 3), της Σύμβασης του Ο.Η.Ε για τα δικαιώματα του Παιδιού και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την άσκηση των δικαιωμάτων του παιδιού, που κυρώθηκαν με τους νόμους 2101/1992 και 2502/1997, όπως επίσης και ο σημαντικός Ν.3189/21-10-2003, που αναμόρφωσε κυριολεκτικά την πολιτική νομοθεσία των ανηλίκων.

Στον ν. 3860/2010, όπου έρχεται να καλύψει τα κενά και τις αστοχίες του Ν.3189/21-10-2003 στο θεσμό του ποινικού σωφρονισμού των ανηλίκων, επιχειρείται μία σημαντική τομή στο πεδίο αντιμετώπισης των δραστών ανηλίκων. Με τις νέες ρυθμίσεις που προτείνονται επιδιώκεται πρωτίστως η αντιμετώπιση της παραβατικής συμπεριφοράς των ανηλίκων με μέτρα πρόληψης και φροντίδας για την κοινωνική επανένταξή τους και δευτερευόντως επιδιώκεται ο περιορισμός του εγκλεισμού τους, ως κυρωτικού μέτρου, στα καταστήματα κράτησης, ενώ παράλληλα βελτιώνονται τα μέτρα κοινωνικής πρόνοιας, παρακολούθησης και κοινωνικής επανένταξης.

Η τήρηση των αρχών της νομιμότητας, της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης που διέπουν τον κολασμό του ανήλικου δράστη επιβάλλεται στο μέγιστο βαθμό, διότι στον ανήλικο η ποινή δεν έχει χαρακτήρα ανταποδοτικό, αλλά παιδαγωγικό. Με τις μέχρι σήμερα διατάξεις (αρθ.54 Π.Κ) εν πολλοίς παραβιάσθηκαν οι ως άνω αρχές, διότι ρύθμιζαν για παράδειγμα την διάρκεια στέρησης της ελευθερίας στο ειδικό κατάστημα κράτησης νέων σε μεγαλύτερη διάρκεια απ’ ότι στους ενήλικους δράστες, ακόμη και κατά παράβαση της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού.

Η εξέλιξη του ποινικού δικαίου των ανηλίκων σε ελληνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο τείνει σε εφαρμογή νέων τρόπων αντιμετώπισης της παραβατικότητάς τους, τόσο σε επίπεδο πρόληψης, με δομές προνοιακού χαρακτήρα σε στάδια προγενέστερα του εγκλήματος όσο και σε επίπεδο καταστολής και επιμέτρησης των επιβλητέων ποινών, καθιερώνοντας μέτρα που αφορούν την δυνατότητα άσκησης όλων των δικαιωμάτων που έχει ο ανήλικος δράστης, όπως η ενίσχυση της νομικής τους θέσης καθ’ όλη την διάρκεια της διαδικασίας, την ακρόασή του ενώπιον του αρμόδιου εισαγγελέα και του αρμόδιου Δικαστικού Συμβουλίου, τον υποχρεωτικό διορισμό συνηγόρου, την εκπροσώπηση από συνήγορο σε πταισματικές και πλημμεληματικές πράξεις, στον περιορισμό της προσωρινής κράτησης, στην δυνατότητα της υπό όρους απόλυσής του, Μ.Ο.Κ.

Καθοριστικό ρόλο επιτελούν σύγχρονες ποιοτικά παράμετροι, όπως ο διορισμός του Προέδρου Πρωτοδικών ως δικαστή ανηλίκων με αυξημένη εμπειρία, αυξημένο κύρος, εξειδίκευση, με αύξηση του ορίου ηλικίας των ανηλίκων από το 13ο έτος στο 15ο τόσο για την προσωρινή τους κράτηση, όσο και στον περιορισμό τους σε ειδικό κατάστημα κράτησης εφόσον η πράξη του εμπεριέχει στοιχεία βίας, στρέφεται κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας και αποτελεί μέρος ευρύτερης εγκληματικής δραστηριότητας.

Επιπλέον, νομοθετείται σαφώς και ορισμένως ότι επί ανηλίκων δεν τηρείται η διαδικασία του αυτοφώρου, κάτι που εφάρμοζε έως σήμερα και η πάγια δικαστηριακή πρακτική.

Λόγω του πρωτοποριακού και ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα του παρόντος νομού η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον ανάμεσα στις εκσυγχρονισμένες ευρωπαϊκές χώρες που ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο, σέβονται τα δικαιώματα, του, μάχονται για την επικράτηση του καλού και δικαίου και υπηρετούν την ανθρώπινη ψυχή, ισχυροποιώντας την καθώς λαμβάνει υπόψη όλες εκείνες τις παραμέτρους και ιδιαιτερότητες που φέρει η νεαρή ηλικία των δραστών, το μεταβατικό στάδιο πριν την ενηλικίωση, ο παρορμητισμός των πράξεων, ο αυθορμητισμός των κινήσεων, ο βαθμός ωριμότητάς τους, η απερισκεψία που συνοδεύει ασυνείδητα την ηλικιακή αυτή περίοδο αλλά και το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαβιούν, δραστηριοποιούνται, αναπτύσσονται και ενδεχομένως θυματοποιούνται.

Γι’ αυτούς τους λόγους υιοθετούνται οι παραπάνω καινοτομίες-ακόμα και για την ευρωπαϊκή έννομη τάξη- ρυθμίσεις, χωρίς να θίγεται η λογική, η δομή και η συστηματική ενότητα και συνέπεια των διατάξεων της κωδικοποιημένης ποινικής νομοθεσίας, δηλαδή του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Οι νέες αυτές ρυθμίσεις στοχεύουν στην προοπτική μιας νομικά ορθότερης και κοινωνικά αποδεκτής αντιμετώπισης των ανήλικων παραβατών.

Εξάλλου, εξαιρετικής σημασίας στον ν. 3860/2010 κρίνεται ο επανακαθορισμός και η διεύρυνση του σκοπού των Εταιρειών Προστασίας Ανηλίκων, με στόχο την παροχή ψυχολογικής στήριξης τόσο στους ανήλικους όσο και στις οικογένειες τους από ειδικούς με σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους.

Σημαντικές, σύγχρονες και αποτελεσματικές ως προς την πρόληψη, προστασία και παρακολούθηση των ανηλίκων είναι οι προς ψήφιση διατάξεις που αφορούν τον προληπτικό εγκλεισμό των ανηλίκων σε ιδρύματα αγωγής κατά βελτίωση του Ν.2298/1995.

Παράλληλα, μεγάλη καινοτομία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποτελεί η σύσταση του Κεντρικού Επιστημονικού Συμβουλίου για την πρόληψη και αντιμετώπιση της θυματοποίησης και της εγκληματικότητας των ανηλίκων (Κ.Ε.Σ.Α.Θ.Ε.Α) για την υποστήριξή του οποίου προβλέπεται η επιπλέον σύσταση Ειδικής Υπηρεσίας Προστασίας Ανηλίκων, η οποία θα υπάγεται απευθείας στον αρμόδιο Υπουργό, θα παρακολουθεί το έργο των Εταιρειών Προστασίας Ανηλίκων (ΕΠΑ) και θα συνεργάζεται τόσο με ιδιωτικούς όσο και με δημόσιους φορείς.

Το φαινόμενο της νεανικής παραβατικότητας παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις στις μέρες μας κι εμείς πρέπει να είμαστε σε θέση να αναζητούμε νέες προτάσεις για την πρόληψη και αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων. Οι νέοι πρέπει να τυγχάνουν των καλύτερων δυνατών συνθηκών κράτησης, να προωθούνται στα πιο οργανωμένα και σύγχρονα ειδικά καταστήματα σωφρονισμού καθώς σε αυτή την ηλικιακή περίοδο που βρίσκονται διαμορφώνεται ο χαρακτήρας και η προσωπικότητά τους, προδιαγράφεται το μέλλον τους και κατά συνέπεια και το μέλλον της κοινωνία μας.

Γιατί βεβαίως δεν πρέπει να μας διαφεύγει η διαπίστωση ότι ο εγκλεισμός επαυξάνει τον κίνδυνο της υποτροπής, επιτείνει τον στιγματισμό, εμποδίζει την ομαλή του επανένταξη, και θέτει το νέο στο περιθώριο.

Χρήσιμος λοιπόν θα ήταν κι ένας δημόσιος διάλογος για το είδος του σωφρονιστικού συστήματος που θέλουμε για να επισημανθεί κατά πόσο η σημερινή λειτουργία είναι όντως ενδεδειγμένη.